Επέκταση Κυπριακού Οινομουσείου | Χώροι πολιτισμού, εμπειρίας και διαμονής

Το Κυπριακό Οινομουσείο, ιδρύθηκε το 2004, το οποίο βρίσκεται στη γενέτειρα του οίνου στην Ερήμη (3.500BC). Συνδυάζει την ιστορία και την παραγωγή του κρασιού με την κουλτούρα και τον πολιτισμό του τόπου.

Tο τριώροφο πέτρινο κτήριο που παλαιότερα αποτελούσε σημείο αναφοράς στην ευρύτερη περιοχή της Μεγάλης Κουμανταρίας, ανακαινίστηκε και εκσυγχρονίστηκε σε ένα σύγχονο οινομουσείο. Συνεργάζεται  με το αρχαιολογικό μουσείο της Κύπρου, με εκθέματα από τις ανασκαφές της περιοχής της Ερήμης και του Αρχαίου Κουρίου όπως και με το ίδρυμα Πιερίδη, με μεσαιωνικά εκθέματα. Το οινομουσείο είναι μοναδικό παγκοσμίως, καθώς έχει εκθέματα και ευρήματα 5.500 χιλιάδων χρόνων π.Χ.

Η τοποθεσία του μουσείου τυγχάνει να βρίσκεται στο πιο σημαντικό ιστορικό και εμπορικό σταυροδρόμι της Κύπρου, όπου ο ένας δρόμος του οδηγεί στο κάστρο της Κουμανταρίας και το Αρχαίο θέατρο του Κουρίου και ο άλλος οδηγεί προς στους δρόμους του κρασιού.

Το Κυπριακό Οινομουσείο παρουσιάζει, με πολύτιμα εκθέματα, την διαδικασία παραγωγής κρασιού από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, και το πώς το κρασί και η Κουμανταρία έγινε τρόπος ζωής, αιτία και αφορμή για εμπορικές σχέσεις και πολιτισμικές διεπαφές με άλλους λαούς της Μεσογείου.

Πρόκειται για έναν πολυδιάστατο πολιτισμικό χώρο και συγχρόνως οι εσωτερικοί και εξωτερικοί του χώροι προσφέρονται για μουσικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις.

Η προσέγγιση του θέματος της νέας επέκτασης και προσθήκης σε ένα κτήριο παραδοσιακής αρχιτεκτονικής, επιχειρεί μία σχέση αντίστιξης του νέου και το παλιού σε θέματα μορφής και υλικότητας , ενώ συγχρόνως προτείνει μία σύζευξη του τρόπου κατοίκησης σε ό,τι αφορά την κλίμακα, τα περάσματα, τη σχέση με τη φύση, την σκίαση και το φως, τη διατήρηση της αυλής και των ημι-υπαίθριων χώρων.

Η αρχιτεκτονική πρόταση αφορά την επέκταση του οινομουσείου καθώς και τη δημιουργία τριώροφου νέου κτηρίου. Η τοποθέτηση του νέου κτίσματος πλευρικά του υφιστάμενου, στέκει διακριτικά και έρχεται να παραλάβει τις νέες χρήσεις που εντάσσονται στην εμπειρία του επισκέπτη. Η ενιαία όψη στοχεύει στην οπτική αφαίρεση και αναδεικνύει το πετρόκτιστο κτήριο λειτουργώντας ως φόντο. 

Η προσθήκη στο υφιστάμενο διαδραματίζει καίριο ρόλο στη βελτίωση της χρηστικότητας και της αξίας του κτηρίου, παρέχοντας μια σύγχρονη και λειτουργική λύση για τις ανάγκες του χρήστη. Το νέο κτήριο στο επίπεδο του δρόμου «ανοίγεται» προσκαλώντας τον επισκέπτη στο χώρο της υποδοχής. Στο επίπεδο της αυλής, ανασηκώνεται από το έδαφος ως πιλοτή, επιτρέποντας τη διατήρηση της υφιστάμενης πέτρινης αυλής και δημιουργείται ένα μικρός χώρος spa. Στους ορόφους, το νέο κτήριο ενώνεται με το υφιστάμενο με ορισμένες γέφυρες και γύρω από ένα στεγασμένο αίθριο, αναπτύσσονται 7 σουίτες των 30 έως 50 τμ. με εξώστες, για τη διαμονή των επισκεπτών. Τέλος, στο δώμα διαμορφώνεται ένα ημι-υπαίθριο αναψυκτήριο και κολυμβητική δεξαμενή.

Η προσθήκη αυτή επιχειρεί να συνδυάσει τις σύγχρονες ανάγκες των επισκεπτών με την υφιστάμενο κτίσμα,  προσφέροντας ένα πολύπτυχο εμπειριών που αφορούν  τον οίνο και την ιστορία του, τον πολιτισμό του κρασιού, τις γεύσεις και την οινοποσία, τις επικοινωνίες και τις εκδηλώσεις, τις γιορτές και τη μουσική, τη συνεύρεση και τη διεπαφή, τη ξεκούραση και τη διαμονή, τους δροσερούς ημι-υπαίθριους χώρους και τις ηλιόλουστες αυλές, που ουσιαστικά συστήνουν και τα περιβάλλοντα αυτής της πρότασης.

Η ΝΗΣΙΔΑ | Ανάπλαση κοινόχρηστου χώρου | Νέος Σταθμός Μετρό Αλεξάνδρας

ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΟΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΙΔΕΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΠΛΑΣΗ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΧΡΗΣΤΟΥ ΧΩΡΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΥΡΥΤΕΡΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΣΤΑΘΜΟΥ ΜΕΤΡΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ

Ο ΑΞΟΝΑΣ, Η ΠΟΛΗ ΚΑΙ ΟΙ ΣΤΑΘΜΟΙ ΤΟΥ ΜΕΤΡΟ

Η Λεωφόρος Αλεξάνδρας αποτελεί  τη μία από τις 3 πλευρές του μεγάλου πολεοδομικού τριγώνου που ορίζει παραδοσιακά την κεντρικότητα της αθηναϊκής πόλης. Η εξάπλωση των σταθμών του μετρό – ένα νέο συνδετικό υπόγειο δίκτυο που εμφανίζεται στην οριζοντιογραφία του αστικού ιστού-,  θα διαμεσολαβήσει νέα επίκεντρα αναδιατάσσοντας τις επίσημες κεντρικότητες. Η λεωφόρος Αλεξάνδρας ταυτίζεται με την ταχεία διέλευση και τους υψηλούς φόρτους, περισσότερο τέμνει παρά ενώνει τις περιοχές του φυσικού τοπίου με τις γειτονιές τους,, καθώς δεν εξελίσσονται οργανικά δημόσιοι χώροι στην έκτασή της και χρήσει ανάπλαση σε όλο το μέτωπό της.

Η νησίδα που θα εκβάλλει το μετρό, παρά την μικρή της έκταση, αποτελεί ευκαιρία ανασύστασης της σημασίας του άξονα. Σε αυτή τη διαδικασία, θα μπορούσε να δημιουργηθεί ένα πρότυπο σχεδιασμού- μια μεθοδολογία του αστικού χώρου, που ακολουθεί περιβαλλοντικές, ενεργειακές και βιοκλιματικές αρχές, επιτρέπει την άρση των ορίων με ανοιχτούς ελεύθερους χώρους, και ενισχύει την κοινωνικότητα των μικρότερων κέντρων και περιοχών, καθώς και την παρουσία αστικού πρασίνου, προσβλέποντας στη βιωσιμότητα και την ανθεκτικότητα της πόλης.

Η ΙΔΙΟΣΥΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΝΗΣΙΔΑΣ

Τέτοιου είδους «νησίδες» αποτελούν ενδιάμεσους χώρους της πόλης, οι οποίοι ως «παρόχθια συμπληρώματα», χώροι «εν υπνώσει», δεν έχουν ούτε ιστορικό πρόσημο, ούτε κάποια επίσημη χρήση ή ταυτότητα, μένουν στην αφάνεια. Ωστόσο, αυτές οι νησίδες συνεχίζουν να αποτελούν κτήμα της πόλης και, με τη έλευση του μετρό, καλούνται να γίνουν μικρά κέντρα, που θα συσσωρεύουν τη κίνηση, την επαφή, και τις καθημερινές δραστηριότητες. Η νέα τους ταυτότητα θα πρέπει να συνδυάζει τρεις πτυχές : το δημόσιο (δημόσια υπηρεσία του μετρό), κοινόχρηστο (κοινόχρηστος χώρος ως πάρκο – πλατεία) και κοινόκτητο που προκύπτει από την ιδιοχρησία της γειτονιάς.

Δύο είναι οι συνθήκες που οριοθετούν και επηρεάζουν την περιοχή διαμόρφωσης. Από τη μία, η βουερή ευθυτενής λεωφόρος, και από την άλλη, η παρακείμενη γειτονιά. Για αυτό και ο ρόλος της νησίδας είναι διττός· να συνδυάσει το υπερτοπικό και το τοπικό χαρακτήρα και να συγκεράσει τη μεγάλη κλίμακα της πόλης με τις κοντινότερες γειτνιάσεις. Η πρόταση στοχεύει, έτσι, τόσο στην ανάδειξη του σταθμού πάνω στον υπερτοπικό άξονα της Αλεξάνδρας, όσο και να ρυθμίσει τις ποιότητες του δημόσιου κοινόχρηστου χώρου, επιτρέποντας να συνυπάρχουν οι συνέχειες του αστικού πρασίνου μαζί με τις δραστηριότητες της καθημερινότητας.

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΕΣ ΣΥΝΕΡΓΕΙΕΣ

Ο πολεοδομικός σχεδιασμός της πρότασης είναι συνυφασμένος με τον περιβαλλοντικό.  Προτείνονται η ανάπτυξη πράσινων δικτύων, η ενίσχυση των φυτεύσεων στην Λ. Αλεξάνδρας (συστηματική φύτευση ενδιάμεσης νησίδας και διπλή φύτευση στο μέτωπο των πλευρικών πεζοδρομίων), η χρήση ΜΜΜ και ποδήλατου (με περιορισμό των λωρίδων αυτοκινήτου 3.00μ αντί 3.50μ. και με τη διαπλάτυνση λεωφορειολωρίδας για ένταξη ζώνης ποδηλατοδρόμου)  και, η σύνδεση περιοχών για την προαγωγή της κοινωνικής κινητικότητας. Πιο συγκεκριμένα, προτείνεται η αναμόρφωση του άξονα της οδού Θερειανού με σκοπό τη σύνδεση της διαμόρφωσης με την πύλη του Πεδίου του Άρεως, με ενέργειες όπως η διαπλάτυνση και φύτευση του βόρειου πεζοδρομίου της αλλά και τη διαμόρφωση κεντρικής νησίδας για φύτευση και οργανωμένη στάθμευση οχημάτων. Ακόμα, προτείνεται να διευκολυνθεί η προσπέλαση στη διαμόρφωση από και προς το λόφο Φινοπούλου, του Στρέφη και της περιοχής του Γκύζη, με σχετική διαπλάτυνση των πεζοδρομίων και συστηματική γραμμική φύτευση.

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ – 4 ΧΩΡΙΚΑ ΚΑΙ ΑΣΤΙΚΑ ΕΡΓΑΛΕΙΑ

Ως χωρικά και αστικά εργαλεία της μικρής κλίμακας, χρησιμοποιούνται: 1. οι τρεις διαβαθμιζόμενες ζώνες  αυτή του«μητροπολιτικού»  πεζοδρομίου μεγάλης κυκλοφορίας, του πάρκου και του πεζόδρομου, 2. το στέγαστρο τριών τυπολογιών, ως εργαλείο σύνταξης κανόνα αστικής ομοιογένειας και οδηγό για τη μετάβαση από την υπερτοπική κλίμακα στη τοπική, 3. οι μικρότεροι τόποι συμπερίληψης, ανοιχτοί και προσβάσιμοι, που αναφέρονται σε όλες τις ηλικίες και κοινωνικές ομάδες και επιτρέπουν την πολυλειτουργικότητα (ανάπαυλα, άθληση, αναψυχή, παιχνίδι), και 4. ο αστικός εξοπλισμός και δημόσιες υποδομές.

ΤΟ ΒΙΟΚΛΙΜΑΤΙΚΟ ΣΤΕΓΑΣΤΡΟ

Πρωταγωνιστικό στοιχείο αλλά και μεθοδολογικό εργαλείο της πρότασης είναι το στέγαστρο, που σχηματοποιείται με μία οικονομία χειρισμών. Σε αστικό επίπεδο λειτουργεί ως αναγνωρίσιμο συμβάν, χωρίς να επιβάλλεται στην πόλη με ιδιαίτερα μορφολογικά στοιχεία · υφαίνει τον ιστό, τον χρωματίζει, τον σκιάζει και πολλαπλασιάζει τη δυναμική του, σημαίνοντας ταυτόχρονα τις εισόδους στο μετρό, τις στάσεις των ΜΜΜ ή τους καθιστικούς χώρους.

Τοποθετείται είτε γραμμικά, είτε ανά ομάδες, με πολλαπλές δυνατότητες, σχηματίζοντας μικρότερους ή μεγαλύτερους τόπους αναφοράς. Η επανάληψη της μονάδας επιτρέπει την προσαρμογή στις κλίσεις του υπό διαμόρφωση χώρου. Αποτελεί ένα συντακτικό κανόνα αστικής ομοιογένειας καθώς γίνεται οδηγός, κανάλι σύνδεσης με κοντινότερα περιβάλλοντα (πάρκα – πλατείες, ροές κίνησης) ή και ένα αστικό εργαλείο σύνδεσης ευρύτερων περιοχών.

ΑΣΤΙΚΟΣ ΒΙΟΚΛΙΜΑΤΙΚΟΣ- ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ

Η πρόταση βασίζεται στο βιοκλιματικό σχεδιασμό της διαμόρφωσης, δίνοντας έμφαση στην οικονομία και αξιοποίηση των φυσικών πόρων -του αέρα, του νερού και του ήλιου-, την ανασύσταση φυσικού περιβάλλοντος, την αξιοποίηση προσανατολισμού για την επίτευξη φυσικού δροσισμού και σκιασμού.

Το στέγαστρο, με τη σκίαση και την επικάλυψή του, είτε με ηλιακό φωτοβολταϊκό πάνελ (solar umbrella), είτε με τη δυνατότητα εξάπλωσης αναρριχητικού φυτού, συμμετέχει πρωταγωνιστικά στον ενεργειακό και βιοκλιματικό σχεδιασμό του χώρου, ενισχύοντας την ποιότητα του μικροκλίματος της διαμόρφωσης.

ΥΛΙΚΟΤΗΤΑ KAI ΦΥΤΕΥΣΗ

Η επιλογή υλικών που επιτρέπουν τις διαπνοές και την απορρόφηση υδάτων, η εντατική φύτευση ψηλών δέντρων τα οποία επιτρέπουν στον αέρα να διαπεράσει τα χαμηλότερα στρώματα του αστικού πάρκου, συμβάλλουν στο φυσικό δροσισμό και στην αποφυγής του φαινομένου της θερμικής νησίδας, ενώ συγχρόνως διατηρούν τη βιοποικιλότητα της πανίδας και της χλωρίδας.

Η αρχιτεκτονική του τοπίου και της φύτευσης ακολουθεί, εντείνει και πλουτίζει τη χωρική λογική του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού. Στηρίζεται στις αρχές της βιοποικιλότητας και της ισορροπίας της μεσογειακής βλάστησης. Πρόταγμα αποτελεί η οικονομία των πόρων, η ανθεκτικότητα των ειδών και η χαμηλή συντήρηση.

Συμπερασματικά, ο λειτουργικός εκσυγχρονισμός της πόλης με τους νέους σταθμούς μετρό μπορεί να γίνει και αφετηρία επαναπροσδιορισμού της. Ας σημειωθεί ότι:

– η πόλη αυτή μαζί, με την οικονομία μέσων, χρειάζεται φροντίδα. Εννοείται ότι είναι ένα ευρύτερα πολιτικό, θεσμικό και παιδευτικό θέμα η σχέση του κατοίκου με το δημόσιο χώρο και κρίνεται κάθε φορά σημαντικό το θετικό πρόσημο συνάντησης και η έννοια που εγκαθιδρύεται για τις δομές στην πόλη και τα αστικά τοπία.

– η πόλη χρειάζεται και επανα-προσλαμβάνουσες ερεθισμάτων, και τα στέγαστρα στην επανάληψή τους διαγράφουν ένα αχνό αστικό γλυπτό πάνω στη γραμμικότητα του άξονα της Αλεξάνδρας. Εκτός του ότι οφείλουν να σημάνουν, να στεγάσουν και να εξοπλίσουν το δημόσιο χώρο, μπορεί να συμμετάσχουν στην εναλλαγή του βιώματος μιας επιτελεστικής καθημερινότητας, να φωταγωγηθούν τις επίσημες μέρες, να φιλοξενήσουν μία έκθεση ή ένα αστικό συμβάν και να συνδεθούν με διακριτές μνήμες και νέα αστικά βιώματα.

Πλατεία Κολωνακίου

ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΟΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΙΔΕΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΠΛΑΣΗ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΧΡΗΣΤΟΥ ΧΩΡΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΥΡΥΤΕΡΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΣΤΑΘΜΟΥ ΜΕΤΡΟ ΚΟΛΩΝΑΚΙ

Απόσπασμα από τα πρακτικά της κριτικής επιτροπής για την πρόταση:

«Πολύ ενδιαφέρουσα και τολμηρή πρόταση συνολικής αναθεώρησης της πλατείας σε σχέση με τον περιβάλλοντα αστικό ιστό. Έχει συλλάβει και χειριστεί καλά τη διαφορά ύψους και την προσβασιμότητα. Έχει καλή αντίληψη περιβαλλοντικού σχεδιασμού, της υλικότητας και της ευρύτερης πολεοδομικής κλίμακας. Πολύ καλή διάγνωση του αστικού περίγυρου της πλατείας και των υψομετρικών διαφορών για τη διαμόρφωση της σχεδιαστικής προσέγγισης. Βασικοί στόχοι είναι η μεταφορά της ζωής στο κέντρο της πλατείας, η αστική κινητικότητα και ο περίπατος, καθώς και η ανάκτηση του φυσικού περιβάλλοντος.

Με αφετηρία την τοπογραφία, η πλατεία έχει οργανωθεί στον άξονα Λυκαβηττού- Κουμπάρη-Αρδηττού με διαγώνιες φυγές στη σχέση Κανάρη-Καψάλη. Η πρόταση έχει δύο συνεργαζόμενα επίπεδα: την πλατεία, σχετικά οριζόντια, στο χαμηλό επίπεδο της οδού Κουμπάρη, που επιτρέπει την ανάπτυξη των περισσότερων δραστηριοτήτων μιας αστικής πλατείας για κάθε ηλικία, και το διάζωμα, ως κυκλικό belvedere, που έχει αφετηρία την Πατριάρχου Ιωακείμ και υπερυψούται σε ελεύθερο περίπατο προς την Κουμπάρη. Η μεγάλη υψομετρική διαφορά από βορά προς νότο λύνεται διατηρώντας απρόσκοπτες τις προσπελάσεις, διαμορφώνοντας δύο πλατώματα-επίπεδα. Δημιουργείται με αυτόν τον τρόπο ένας ενιαίος επίπεδος χώρος πλατείας στο χαμηλότερο επίπεδο που δίνει δυνατότητες για πολλαπλές χρήσεις, με περίπτερο, χώρους για καφέ και υπαίθριο ανθοπωλείο, χώρους στάσης και αναμονής, εκδηλώσεων, κίνησης κλπ. Το δαχτυλίδι του belvedere από πάνω είναι το πιο ισχυρό στοιχείο του σχεδιασμού, συνδυάζοντας τον περίπατο σε ένα πρωτόγνωρο αστικό επίπεδο, αλλά και ένα στέγαστρο εισόδου στον σταθμό του μετρό.

Η κυκλοφοριακή ενσωμάτωση της πλατείας στο αστικό της μέτωπο κρίνεται επιτυχής, αλλά συντηρητική. Πολύ θετική είναι η πεζοδρόμηση του νότιου δρόμου και η επέκταση της πλατείας ως την οικοδομική γραμμή. Έχει δοθεί ιδιαίτερο βάρος στον βιοκλιματικό και τον περιβαλλοντικό σχεδιασμό, με ανασύσταση πρασίνου, διαχείριση υδάτων και ηχητική προστασία. Αξιολογήθηκαν θετικά η επιλογή μεσογειακής βλάστησης με χαμηλές ανάγκες συντήρησης και ανθεκτικότητα, η διαχείριση των υδάτων με ανάσχεση ομβρίων από φυτεμένες νησίδες και απορροφητικά δάπεδα και η συλλογή τους στη χαμηλότερη στάθμη για επαναχρησιμοποίηση καθώς και η εισαγωγή του νερού ως στοιχείο δροσισμού και παιχνιδιού.

Τα υλικά επιδιώκουν ισορροπία ανάμεσα στα σταθερά και τα υδατοπερατά, με ικανή χρήση ψυχρών υλικών καλής θερμικής συμπεριφοράς. Το βύθισμα της πλατείας στο χαμηλότερο επίπεδο σε σχέση με τον πολύβουο δρόμο βοηθάει και ως ηχητική προστασία. Το περιμετρικό διάζωμα-στέγαστρο θα είναι από τα πιο δύσκολα θέματα επίλυσης στον τελικό σχεδιασμό, επειδή προβάλει καθ’ ύψος στην κατωφέρεια της πλατείας και επιβάλλεται να μην αυξηθεί η διατομή του κατά τη στατική επίλυση της πρότασης, ώστε να διατηρηθεί η διαφάνεια και η οπτική επικοινωνία με όλες τις πλευρές της πλατείας».

Κατοικία στη Νέα Μάκρη

Η πρόταση χωροθετείται στη περιοχή της Νέας Μάκρης, ένα προάστιο, με πλούσιο πράσινο και χαρακτηριστικά εξοχικής κατοίκησης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, απαιτήθηκε η υλοποίηση μιας κατοικίας για μόνιμη κατοίκηση.

Η κατοικία συνδυάζει χαρακτηριστικά αστικότητας,  όπως ο πρισματικός διώροφος όγκος, και η περιμετρική αυλή, και συγχρόνως, χαρακτηριστικά εξοχικής κατοικίας, μεγάλο ελαφρά κλιμακωτό ισόγειο που ανοίγεται απευθείας στις αυλές, μια αναφορική μπροστινή αυλή και μια πλευρική που παραλαμβάνει τις υπαίθριες εκτάσεις της κουζίνας (υπαίθριο μαγείρεμα).

Μέριμνα της πρότασης είναι η αξιοποίηση του προσανατολισμού για τον κατάλληλο ηλιασμό – σκιασμό. Η κατοικία συντάσσεται κάτω από ένα στέγαστρο που γεφυρώνει το πίσω ψηλό τμήμα με το ισόγειο, επιλύοντας την ύπαρξη υποχρεωτικής στέγης που η νομοθεσία απαιτεί. Το στέγαστρο σχεδιάστηκε με κλίση στον νότο, ώστε να επιτρέπει:

  • Την ελεγχόμενη εισχώρηση του ήλιου από το διώροφο πίσω τμήμα.
  • Την εποπτεία του πάνω χώρου με το ισόγειο.
  • Τη δημιουργία του διάκενου – ηλιακή καμινάδα που ζεσταίνει το σπίτι και επιτρέπει στο φωτισμό του χώρου μέχρι βάθους.
  • Τη δυνατότητα να βλέπει ελεύθερα προς το φυτεμένο δώμα του ισογείου, δίνοντας την αίσθηση της φύσης και της εξοχής.

Στο ισόγειο της κατοικίας, οι χώροι διημέρευσης  λειτουργούν ως ένας ενιαίος χώρος. Πέρα από το κεντρικό καθιστικό, συναντάμε το χώρο της τραπεζαρίας, της κουζίνας, ένα υπνοδωμάτιο, καθώς και WC. Οι μικρές υψομετρικές διακυμάνσεις παρακολουθούν τις κλίσεις του εδάφους, δημιουργούν σταθερά έπιπλα, «πλάτες» που ορίζουν μικρότερους χώρους.

Η κατοικία στον όροφο παραλαμβάνει τους ιδιωτικούς χώρους των μελών της οικογένειας, οδηγώντας σε δύο υπνοδωμάτια, ενώ ταυτόχρονα, υπάρχει δυνατότητα πρόσβασης στο φυτεμένο δώμα από το πατάρι.

Ο χτιστός υπαίθριος εξοπλισμός μαζί με την πισίνα παρακινούν να εξαπλώνεται η ζωή της κατοικίας στο έξω, εναλλακτικά σε ηλιόλουστες ή σκιασμένες περιοχές, και σε διαφορετικές εκφάνσεις του βίου.

Συγκρότημα εξοχικών κατοικιών στη Ζάκυνθο

Η πρόταση πραγματεύεται το ζήτημα της εξοχικής κατοίκησης, με κατοίκους τους περιοδικούς θερινούς επισκέπτες, που συντελείται με τη δημιουργία ενός καταλύματος για παροδική φιλοξενία έναντι αντιτίμου, την προσωρινή ξεκούραση και τη γεύση της απόδρασης σε πιο χαλαρούς χρόνους, καθώς δεν διαθέτουν τις εστιακές μονιμότητες με τις συνεχείς αναμνήσεις του χρόνου και της ζωής.

Ο σχεδιασμός εξοχικών κατοικιών αποτελεί ειδικά σήμερα ένα σημαντικό πρόβλημα αρχιτεκτονικής έκφρασης και καθορισμού του μέτρου, εκείνου που μπορεί να αποδώσει το κλίμα των νησιών, το κλίμα διαμονής και τον τύπο και τις επιδιώξεις των διακοπών.

Υπάρχει μεγάλος προβληματισμός σχετικά με το χαρακτήρα ενός σύνθετου οικονομικού κοινωνικο-ανθρωπολογικού φαινομένου, ειδικά όταν ο πελάτης αναζητά την υπερ-εκμετάλλευση μέσα από στερεότυπα μίας πλούσιας προσωρινής εμπειρίας, ενώ ο αρχιτέκτονας στοχεύει σε μία οικονομημένη λιτή έκφραση, όπου η πραγματική πηγή πλούτου είναι η αίσθηση μίας ελευθερίας και η δυνατότητα συνύπαρξης.

Η πρόταση αφορά ένα συγκρότημα 3 εξοχικών κατοικιών κάτω από ένα ενιαίο μπετονένιο στέγαστρο, το οποίο άλλοτε λειτουργεί ως κλειστό δώμα, άλλοτε ως ανοιχτή πέργκολα. Το κάθε σπίτι έχει ξεχωριστή είσοδο, διατηρώντας την ανεξαρτησία και την αυτονομία του.

Αναπόσπαστο στοιχείο της πρότασης αποτελεί ο ημι-υπαίθριος χώρος της 2ης και 3ης κατοικίας που ενώνει και συγχρόνως χωρίζει σε δύο μέρη την κατοικία, προσφέροντας ιδιωτικότητα στους χώρους ύπνου.  Πρόκειται για μία αυλή, ένα κοινό τόπο συγκέντρωσης και συνάντησης, το σημείο ενοποίησης του εσωτερικού και του εξωτερικού. Ενσαρκώνει την έννοια του ενδιάμεσου χώρου, ως συνδετικό στοιχείο ανάμεσα στο πλήρες και το κενό, στο κινητό και το σταθερό, στο χτιστό και στο φυσικό. Σε αυτόν δίνεται η επιλογή ανάμεσα στο φως και τη σκιά, ανάμεσα στα φίλτρα του θερμού και του ψυχρού, διευρύνοντας -μετατοπίζοντας τη βίωση της κατοικίας εκτός των αυστηρών περιγραμμάτων της.

Νέο Κτήριο Διοίκησης ΕΥΔΑΠ

Η πρόταση προέκρινε τη σύνταξη ενός ανοιχτού κτιριακού σχηματισμού, ως μία σύνθεση κτιριακών όγκων (περίπου 18.500 τ.μ.), κάτω από ένα ενιαίο βιοκλιματικό στέγαστρο, που διαμεσολαβεί ανάμεσα στο φυσικό περιβάλλον του λόφου, το δομημένο ιστό της πόλης και επηρεάζεται και από τα «βιομηχανικά» χαρακτηριστικά των εγκαταστάσεων.

Το νέο κτήριο ξεκινάει με δύο εκτεταμένα ισόγεια, τα οποία συγκεντρώνουν τις κινήσεις από όλες τις κατευθύνσεις. Στη συνέχεια, εξελίσσεται μία επιμήκης ζώνη τριών ορόφων από όπου εκβάλλουν τέσσερις διακριτοί μεταλλικοί όγκοι που γεφυρώνουν το εσωτερικό περιβάλλον.

Η πρόταση διαμορφώθηκε με μια λογική χωρικής διαδοχής υπαίθριων και κλειστών χώρων και εναλλαγής φωτεινών και σκιερών περιοχών, που επιτρέπουν την εισχώρηση του περιβάλλοντος, ως φυσικό φως και ως θέα. Ο «κενός» χώρος που γεννιέται εξασφαλίζει διαμπερείς κοινόχρηστους χώρους, μικρά αίθρια και έναν εσωτερικό δρόμο διανομής μεγάλους ύψους. Σε αυτούς τους χώρους, γέφυρες, σκάλες και πατάρια δημιουργούν ένα περιβάλλον ροής, επιτρέποντας σε μικρές ομάδες, αλλά και στην ευρύτερη κοινότητα των εργαζομένων να συμβιώνουν.

Η φιλοσοφία του σχεδιασμού των χώρων γραφείων, ενστερνίζεται τη σύγχρονη αντίληψη που θεωρεί ότι οι εργασιακοί χώροι δεν «εγκιβωτίζουν» απλά τις ανθρώπινες δραστηριότητες αλλά στοχεύουν στη δημιουργία ενός πολύπλευρου εργασιακού «οικοσυστήματος», εμπλουτισμένου σε εναλλακτικές χρήσεις και εικόνες.

Για την υποδοχή του νέου κτιρίου είχε προηγηθεί ένας εκτενής περιβαλλοντικός σχεδιασμός (green-scape, ground-scape και water-scape). Διαμορφώθηκε ένα εκτενές masterplan για το διαχωρισμό των 3 ζητούμενων ζωνών και των εισόδων τους με στόχο την συνδεσιμότητα με την πόλη, την αποκατάσταση του αναγλύφου και την αξιοποίηση των φυσικών πόρων.

Στο εγγύτερο περιβάλλον (Ζώνη Διοίκησης), ο σχεδιασμός του τοπίου  βασίζεται στη σύσταση ενός ιστού με άξονα έναν εσωτερικό πεζόδρομο που συνδέει τα διάφορα σημεία, ανάμεσα στα οποία, δημιουργείται ένας εκπαιδευτικός περίπατος 5 στάσεων κατανόησης της τεχνικής, πολιτιστικής και κοινωνικής φυσιογνωμίας της ΕΥΔΑΠ.

Ο βιοκλιματικός σχεδιασμός του κτηρίου μαζί με τον ενεργειακό σχεδιασμό και την εφαρμογή καινοτόμων συστημάτων εξοικονόμησης και αξιοποίησης των φυσικών και κλιματολογικών στοιχείων οδηγεί σε ένα κτίριο μηδενικού ενεργειακού αποτυπώματος και υψηλής ενεργειακής αποδοτικότητας και κοινωνικής προσφοράς.

Νέο Αρχαιολογικό Μουσείο Κύπρου – Μελέτη Υλοποίησης

Το Κυπριακό Δημόσιο ανέθεσε την εκπόνηση της πλήρους μελέτης του Νέου Κυπριακού Μουσείου στην αρχιτεκτονική ομάδα του 1ου Βραβείου του Διεθνούς Αρχιτεκτονικού Διαγωνισμού. Η μελέτη εκπονήθηκε σε τρία στάδια Προμελέτης, Τελικής μελέτης και Μελέτης Εφαρμογής.

Απαιτήθηκε ο συντονισμός από τον Αρχιτέκτονα 22 συνολικά μελετητικών ομάδων διαφόρων ειδικοτήτων, από την Κύπρο, την Ελλάδα και την Ευρώπη, ώστε να καλυφθεί με πληρότητα το εύρος όλων των απαιτούμενων ειδικών μελετών του έργου.

Απαιτήθηκε επίσης μακρά και έντονη συνεργασία με το Τμήμα Αρχαιοτήτων της Κύπρου, ώστε να καταλήξουν τα θέματα των αρχαιολογικών συλλογών και της μόνιμης Έκθεσης για την ολοκλήρωση της Μουσειολογικής και Μουσειογραφικής μελέτης. Ταυτόχρονα, στενή συνεργασία με τους Συντηρητές του Τμήματος, ώστε να καθοριστούν οι προδιαγραφές και ο εξοπλισμός των Εργαστηρίων Συντήρησης.

Αντιμετωπίστηκαν ακόμα επισταμένως τα θέματα προστασίας της περιοχής του έργου έναντι πλημμυρικών φαινομένων του Πεδιαίου ποταμού σε βάθος 200ετίας.

Ο ενεργειακός χειρισμός του κτιρίου έγινε ώστε να ανταποκρίνεται στην κατηγορία του “σχεδόν μηδενικού ενεργειακού αποτυπώματος” σύμφωνα με τις απαιτήσεις της νομοθεσίας.

Κοινή συνισταμένη όλων των σταδίων μελέτης υπήρξε η προσπάθεια συγκράτησης του συνολικού κόστους του έργου στα καθορισμένα πλαίσια της Σύμβασης.

Το Σεπτέμβριο 2022, η διαδικασία των προσφοροδοτών ολοκληρώθηκε με επιτυχία. Ανάδοχος εργολάβος αναδείχθηκε η σύμπραξη των CYFIELD & IACOVOU (121.000.000€ +). Η κατασκευή θα ξεκινήσει το 2023.

Ινστιτούτο Έρευνας Καρκίνου, Κύπρος

Πρόκειται για μία δωρεά από το ίδρυμα «GEORGE AND KAITY DAVID», της οικογένειας Γιώργου και Καίτης Δαυίδ προς το Πανεπιστήμιο Κύπρου. Το κτήριο θα ανεγερθεί στο campus της Πανεπιστημιούπολης στην Αθαλάσσα της Λευκωσίας.

Ο προσδιορισμός και η αξιολόγηση των καθοριστικών συνθηκών του έργου, γέννησε την ιδέα να δημιουργηθεί ένας κήπος και λιγότερο ένα κτίσμα που θα επιβάλλεται με την αρχιτεκτονική του. Χωρίς να αναιρείται η πρόθεση για ένα κτίριο σύγχρονο και καινοτόμο, ιδιαίτερο και πρωτότυπο, η καρδιά και η ταυτότητα του κτιρίου μεταφέρεται έξω από αυτό, σε ένα περιβάλλον που στην ουσία είναι αφιερωμένο στη θύμηση ενός προσώπου, και προκαλεί τον στοχασμό και τα συναισθήματα μέσα από την ομορφιά και τη δύναμη της φύσης.

Το περίγραμμα της ιδέας λοιπόν θα μπορούσε να σχηματοποιηθεί επιγραμματικά ως: “Ένα κτίριο έρευνας για τη ζωή και ένας αφιερωματικός κήπος μνήμης”.

Το κτήριο συντάχθηκε γύρω από ένα βορινό κήπο και στράφηκε προς αυτόν, με το κτηριακό σώμα να καταλαμβάνει τη νότια και δυτική πλευρά του οικοπέδου. Σχεδιάστηκε όλο το περιβάλλον και δημιουργήθηκε ένα φυσικό ανάχωμα στο βορρά από τα χώματα των εκσκαφών αλλά και για προστασία από την κυκλοφορία των κόμβων. Η αγκαλιά του κτιρίου δημιούργησε τρεις πτέρυγες. Ανατολικά την πτέρυγα της εισόδου και υποδοχής, στην πλευρά της κύριας εισροής, που έρχεται από το Πανεπιστήμιο, αλλά και από εκεί που γίνεται αντιληπτή η παρουσία του κτιρίου. Νότια, το δεύτερο και κύριο μπράτσο με τα κύρια ερευνητικά εργαστήρια και τον όροφο της διοίκησης. Ενώ στο τρίτο δυτικά, τοποθετούνται σε αμεσότητα οι δύο  άλλες ερευνητικές ενότητες, και οι ερευνητές. Δημιουργήθηκε ένα κέλυφος που περιβάλλει εξωτερικά το κτήριο, παρέχοντας προστασία στη νότια, τη δυτική και την ανατολική πλευρά. Το κέλυφος δημιουργεί μια περιμετρική ημι-υπαίθρια στοά που παρέχει ευεργετικό σκιασμό στο κτήριο και το άμεσο περιβάλλον του. Το δώμα του κελύφους είναι φυτεμένο παρέχοντας τα αντίστοιχα περιβαλλοντικά οφέλη και επεκτείνοντας την περιοχή πρασίνου της εγκατάστασης.

Νέο Κτίριο Δημαρχείου Χαλανδρίου

Το Δημαρχείο του Χαλανδρίου είναι ένα έργο που προέκυψε από το 1ο βραβείο σε αρχιτεκτονικό διαγωνισμό του 2001. Ο σχεδιασμός τότε, με την αύρα του νέου αρχιτέκτονα, οραματίζεται το δημόσιο, το ανοιχτό, το κοινό, αναζητώντας τον τρόπο που ο δημόσιος χώρος θα εισχωρήσει στο κτήριο.

17 χρόνια μετά, η επικαιροποίηση – τροποποίηση της μελέτης εμμένει στις αναζητήσεις της αρχικής ιδέας για το δημόσιο χώρο, αναμορφώνει τη λειτουργία και το κέλυφος και συμπληρώνει τον αστικό ιστό σε αυτό το σύνθετο σταυροδρόμι του κέντρου της πόλης.

Το κτήριο οριοθετεί την κάτω πλευρά της πλατείας, ολοκληρώνοντας τον νοητό σχηματισμό της. Ταυτόχρονα υπερυψώνει τον όγκο του, αποδίδοντας έναν ανοιχτό δημόσιο χώρο που θα επιτρέψει τη συνέχεια και τη διείσδυση της πλατείας στο σώμα του κτηρίου, επεκτείνοντας τον κοινωνικό χώρο και υποδεχόμενος τους πολίτες.

Η πρώτη, ισόγεια στάθμη φιλοξενεί τις διάφανες λειτουργίες του συμβουλίου της πόλης και του πολιτιστικού χώρου, ορατές και προσιτές από τους δημότες, ενώ μια υπερυψωμένη πλατεία δημιουργεί τον ανοιχτό κοινόχρηστο χώρο του δημαρχείου, με την είσοδο και το καφέ. Ένα χώρο υποδοχής, εκτόνωσης και συνάντησης, προστατευμένο από την κίνηση των δρόμων, με ανοιχτή θέα στην πλατεία, που δέχεται την προσέλευση και παραμονή των πολιτών στο χώρο του κτηρίου. Το δώμα φυτεύεται και διαμορφώνεται σε χώρο υπαίθριων κοινωνικών εκδηλώσεων του δήμου, με εποπτική θέα προς την πόλη.

H δημοπράτηση του έργου ανέδειξε ως ανάδοχο εργολάβο την ERETBO (20.500.000€) και η κατασκευή του έργου έχει ξεκινήσει από το 2020.

Δύο Κατοικίες στον Γέρακα

Το έργο αφορά την κατασκευή μιας νέας τριώροφης οικοδομής με υπόγειο και πισίνα, στη περιοχή του Γέρακα, στην οδό Γαργητού αρ.106, Ο.Τ.442.

Πρόκειται για δύο μεζονέτες που αναπτύσσονται σε δύο (Α2) ή τρεις (Β1)στάθμες και μία γκαρσονιέρα (Α1) που βρίσκεται στην ισόγεια στάθμη. Προβλέπεται επίσης υπόγειος χώρος στάθμευσης.

Το κτίριο επικαλύπτεται σε μεγάλο τμήμα του από κεραμοσκεπή στέγη. Το βατό τμήμα του δώματος είναι καλυμμένο με πέργκολα και φυτεμένο, προκειμένου το κτίριο να προστατεύεται από την άμεση ηλιακή ακτινοβολία.

Η διαμόρφωση της πρόσοψης έχει μελετηθεί με τα παρακάτω κριτήρια:

-Την ηλιοπροστασία των κατοικιών με συστήματα σκιασμού από ξύλο και μέταλλο, με τρόπο που να επιτρέπει την ελεύθερη θέα από τα ανοίγματα.

-Τη δημιουργία υπαίθριων χώρων προστατευμένων που να επιτρέπουν την καθημερινή χρήση τους.

-Το τελείωμα των εξωτερικών επιφανειών με εμφανές σκυρόδεμα.

Το κτίριο σε σχέση με το διαμορφωμένο φυσικό και αστικό περιβάλλον όπως φαίνεται από την αρχιτεκτονική μελέτη, εντάσσεται πλήρως και με ήπιο τρόπο, σεβόμενο τον χαρακτήρα της περιοχής.

Κατοικία στην Ν. Κηφισιά

Πρόκειται για μία μονοκατοικία που διατάσσεται σε δύο ορόφους. Στο ισόγειο βρίσκονται οι κοινόχρηστοι χώροι ενώ στον όροφο τα υπνοδωμάτια.
Το οικόπεδο είναι μικρό, γωνιακό και η κατοικία τοποθετήθηκε στο δυτικό όριό του προκειμένου να δημιουργηθεί περισσότερος υπαίθριος χώρος.Πραγματοποιούνται δύο αυλές μια κατά τον Βορρά που αποτελεί την προέκταση της κουζίνας και του
καθημερινού καθώς και ένας γωνιακός, αύλειος, νοτιοανατολικός χώρος στον οποίο στρέφεται το καθιστικό.

Μια μεταβατική ζώνη διατάσσεται ανάμεσα στο εξωτερικό και το εσωτερικό δημιουργώντας στο ισόγειο και στον όροφο ημιυπαίθριους και ένα μικρό
διώροφο αίθριο προκειμένου να παραλάβει προστατευμένα την υπαίθρια ζωή.

Ταυτόχρονα, δημιουργεί ένα ήπιο φίλτρο από στεγάσματα ή
περσίδες επιτρέποντας ή αποτρέποντας τον ήλιο και διαμορφώνει ταυτόχρονα την όψη προς τον κύριο δρόμο.

Ο χώρος του κλιμακοστασίου απολήγει σε διάφανη αναφωτίδα αποτελώντας μια ‘καμινάδα’ φωτισμού, αερισμού και δροσισμού.

Κατοικία στην Καλλιτεχνούπολη

Η περιοχή υποδοχής, στους πρόποδες της Πεντέλης, είναι ένα ημι-αστικοποιημένο πλέον προάστιο με κύριο χαρακτηριστικό την υβριδικότητα ανάμεσα στο “φυσικό οικισμό” και την “αστικοποιημένη φύση”. Σε αυτό συμβάλλουν τόσο οι πολυτελείς κατοικίες που κατά κανόνα εικονογραφούν την οικοδομική και την μορφολογία μικρών, παραδοσιακών σπιτιών, όσο και το γενικότερο χωρικό παραγόμενο (άναρχοι προσανατολισμοί κτισμάτων, αδιάρθρωτα αστικά μέτωπα, σταδιακή αλλοίωση του φυσικού και φυτικού ανάγλυφου).

Η χειρονομία της συγκεκριμένης πρότασης μελετά τη συγκρότηση μίας “θετικής αστικότητας” που μπορεί να στηριχτεί και να ωφεληθεί από τα ευεργετήματα του πλούσιου τοπίου και τόπου.

– Οργανώνεται μία αυλή-κήπος που κυλάει πάνω στο φυσικό έδαφος και περιβάλλει την κατοικία.

– Ορίζεται ένα πρώτο οριζόντιο αστικό σημάδι προς το δημόσιο μέτωπο με τη μορφή ενός φλοιού-μάντρας, που αυξομειώνεται σε ύψος, από όψη σε στηθαίο του κήπου.

– Διαμορφώνεται μία πλατφόρμα σε αντίστιξη με την πτώση του εδάφους που μοιράζει το κτιστό, σε άνω και κάτω, σε άμεσα προσπελάσιμο και ιδιωτικότερο, σκληρό και μαλακό, πάνω στην οποία αιωρείται ένας καθαρός όγκος παράλληλος με τον δρόμο, που στοχεύει να εντατικοποιήσει τις κοντινές και μακρινές θέες και να δημιουργήσει ανακουφιστικές σκιές.

Το κτίριο υιοθετεί την παράδοση ενός κυβιστικού λεξιλογίου χωρίς δυσερμήνευτες μορφολογικές εκφράσεις και οργανώνεται σε δύο ζώνες: Μία ισόγεια χαλαρή ζώνη, που διαχέει την εσωτερική ζωή μέσα στον κήπο, μέχρι να βρει τις προστατευτικές πλάτες της βορινής μάντρας, και μία υπέργεια, με περισσότερο γραμμική και ορθολογική οργάνωση.

Οι περιορισμοί των συγκεκριμένων όρων δόμησης, καθώς δεν αφήνουν περιθώρια για ημιυπαίθριους χώρους αντιμετωπίζονται με την δημιουργία ενός εξωτερικού “φίλτρου” που καλύπτει την επάνω νοτιο-ανατολική πλευρά , ‘‘ενσωματώνει’’ τους εξώστες, και επιτρέπει να αναπτυχθεί ημιυπαίθρια ζωή. Παράλληλα αυτορυθμίζει το κλίμα και την κλίμακα του σπιτιού με εγχάρακτες διαιρέσεις, μέτωπα και κενά, και κινητά στοιχεία για το φως και τον άνεμο. Η βόρεια πλευρά είναι συμπαγής, πλην κάποιων ανοιγμάτων διαμπερότητας και δροσισμού.

Το εσωτερικό της κατοικίας οργανώνεται ώστε να μπορεί να φιλοξενήσει δύο οικογένειες με χώρο εργασίας. Ένα εποπτικό αίθριο – ένας εσωτερικός τόπος αυλής – ενώνει-διαχωρίζει τις ιδιωτικές περιοχές από τις συλλογικότερες. Το φυτεμένο δώμα λειτουργεί σαν μια τρίτη αύλεια διαπνοή.